Skip to content

Διήγημα : Το ημερολόγιο του μικρού ήρωα

Ιανουαρίου 8, 2017

444mastichal2

Η άνοιξη πραγματοποίησε δυναμικά την εμφάνισή της σε αυτό το όμορφο νησί που περιβάλλεται με την μοναδική, ανά τον κόσμο, ομορφιά των υπέροχων μαστιχόδεντρων. Το πράσινο πρωταγωνιστεί στα πάντα. Έχει πρώτο βραβείο τοπικής ομορφιάς, μοναδικότητας αλλά και ενδιαφέροντος καθώς είναι πασίγνωστο όχι μόνο στη χώρα όπου ανήκει αλλά και παγκοσμίως.

«Όταν αγαπάς κάτι, αυτό είναι μοναδικό για σένα» το θέμα της εβδομαδιαίας έκθεσης για την τάξη του μικρού Κωστάκη. Ίσως η τελευταία του ελπίδα να κερδίσει μία φορά και αυτός τον τίτλο του «μαθητή της εβδομάδος».

  • Είναι άδικο να μην μπορώ να κερδίσω μια φορά στην έκθεση
  • Άδικο είναι να κερδίσεις χωρίς να το αξίζεις. Γράψε κάτι πρωτότυπο αυτή τη φορά. Σαν μια ιστορία που θα ήθελες να ήταν πραγματικότητα, γράψε και λίγα ψέματα και ορίστε το αποτέλεσμα που θέλεις. Και τώρα άσε με να μαγειρέψω γιατί θα γκρινιάζεις που έμεινες νηστικός.

Ποια να είναι αυτή η ιδέα που θα μπορούσε να πλαθεί όμορφα και δημιουργικά; Οι υπόλοιποι μαθητές συνήθως βασίζονται σε κάποια ιστορία που έχουν ακούσει ή κάποιο παιδικό βιβλίο που έχουν διαβάσει το οποίο τους έχει φέρει ο νονός τους μαζί με την λαμπάδα του Πάσχα. Αλλά εγώ βιβλία δε διαβάζω, ειδικά αυτά που φέρνει η νονά Μελίνα το Πάσχα. Βλέπω όμως πολλές ταινίες. Ίσως αν σκεφτώ μία ταινία που μου έχει κάνει εντύπωση να μπορέσω να γράψω κάτι ανατρεπτικά μοναδικό. Αλλά και πάλι αυτή δεν είναι λύση. Σκεφτόταν ώρες ατελείωτες ο μικρός Κωστάκης, ακριβώς πριν την πρώτη πνοή του Σαββατοκύριακου που θα έπρεπε να τον χαροποιεί μόνο και μόνο η ιδέα της οικογενειακής εκδρομής στην εξοχή.

  • Πάρε μαζί σου έστω και ένα βιβλίο να διαβάσεις
  • Μα δε θέλω
  • Δεν σε ρώτησα αν θέλεις, απλά σου είπα τι να κάνεις. Αν δεν θες σχολικό πάρε το βιβλίο της νονάς Μελίνας.

Κάπως έτσι βάζοντας στην τσάντα του ο μικρός Κωστάκης τον «Μικρό Πρίγκηπα» ξεκίνησε η βόλτα στην εξοχή για το καλωσόρισμα στην άνοιξη!

Με τον ήλιο να πρωταγωνιστεί στο μπλε του ουρανού και οι αχτίδες του να ξεπροβάλλουν με αποφασιστικότητα, η βόλτα δεν θα μπορούσε παρά να ήταν το όνειρο κάθε μαθητή που ξεκουράζεται το σαββατοκύριακο. Τα λουλούδια έδεναν υπέροχα στον καμβά της πεδιάδας και το άρωμα τους ταξίδευε ακόμα και τον πιο αγαπημένο λάτρη του χειμώνα! Κάτω από τη σκιά ενός τεράστιου δέντρου βρήκε το κέφι ο μικρός Κωστάκης να ξεφυλλίσει τις σελίδες του βιβλίου που είχε μαζί του για να μπορέσει να φτιάξει την δική του ιστορία με σκοπό την βράβευση.

Ακούγοντας το θρόισμα των φύλλων του δέντρου, του φάνηκε σαν να συνομιλούσε το δέντρο με τα πουλιά, τον ήλιο αλλά και με αυτόν τον ίδιο. Προσπαθούσε να αποκωδικοποιήσει το μελωδικό αεράκι που χανόταν στα κλαριά. Άραγε πως θα ήταν αν ο καλύτερος του φίλος δεν ήταν ένας συμμαθητής του αλλά ένα δέντρο, να, σαν αυτό που κάθεται από κάτω! Θα ήταν ο καλύτερος του φίλος, που θα τον ηρεμούσε όταν δεν ένοιωθε καλά και που θα κρατούσε τα πιο δυνατά του μυστικά. Όπως το ημερολόγιο που γράφει κάθε μέρα και δεν μπορεί να σκαρφιστεί μία κρυψώνα όπου να μην μπορεί να την βρει η μητέρα του. Αν θα μπορούσε ο νέος, πράσινος φίλος του να του φυλάξει θα του ήταν πραγματικά υπόχρεος. Όμως ένα δέντρο θα ήταν πολύ ευάλωτο σε μια φιλία. Θα έπρεπε να προστατεύει τον νέο του φίλο πρώτα απ’ όλα από τη φωτιά. Οπότε η νέα κρυψώνα θα έπρεπε να ήταν πολύ μα πολύ ασφαλής. Και όπως όλες αυτές οι σκέψεις έκαναν πάρτυ στο μυαλό του, κάπως έτσι επινόησε την δική του μοναδική ιστορία για το σχολείο.

«Φιλία μπορεί να υπάρξει μόνο ανάμεσα σε ανθρώπους ή ανάμεσα σε πράγματα, ζώα και φυτά; Γιατί να μην μπορεί ο άνθρωπος να αγαπήσει πολύ το γραφείο του, το κατοικίδιο του ή ακόμα, γιατί όχι, και την τριανταφυλλιά στον κήπο του; Είναι αδικία, λοιπόν, να λέμε «φίλους» μόνο τους συνανθρώπους μας και όχι το ποδήλατο μας ή το αγαπημένο μας φανελάκι. Εγώ σκέφτηκα να πρωτοτυπήσω σε αυτόν τον τομέα και να κάνω καλύτερο φίλο ένα δέντρο!

Είναι ψηλό, όμορφο, με πολλά φύλλα και χοντρό κορμό που μαρτυράει ότι είναι κάποιας ηλικίας. Αν και θα ήθελα να είμαστε συνομήλικοι, ξέρω ότι αυτό δεν είναι εφικτό. Θα μπορούσα να το ονομάσω Πάτροκλο, γιατί έχω διαβάσει για την φιλία Πάτροκλου και Αχιλλέα και μου αρέσει πολύ. Δεν μπορώ όμως να το ονομάσω Αχιλλέα, διότι ο Αχιλλέας ήταν ο δυνατός «φίλος» που προστάτευσε τον Πάτροκλο, τον αδύναμο του φίλο. Έτσι εγώ σαν Κωστάκης προστατεύω τον δικό μου φίλο Πάτροκλο που μου είναι πιστός και δεν προδίδει ποτέ τα μυστικά μου.

Του έχω δώσει να κρατήσει τα ημερολόγια μου. Έτσι ώστε και η μητέρα μου δεν τα βρίσκει για να τα διαβάσει και εγώ ξέρω ότι είναι σε ασφαλές μέρος εφόσον κανείς δεν έχει σκεφτεί να ψάξει δίπλα στον Πάτροκλο, να σκάψει και να βρει το μεγάλο κουτί σαμπάνιας που μου έχει χαρίσει ο θείος, το οποίο έχει μέσα τα ημερολόγια, δύο φυλαχτά φιλίας και κάποιες φωτογραφίες. Ευτυχώς που το ξύλο από το οποίο είναι φτιαγμένο το κουτί, είναι πολύ καλής ποιότητας και δεν θα σαπίσει εύκολα με τις βροχές διότι θα το αφήσω εκεί και το χειμώνα!

Το μόνο πρόβλημα όμως με αυτή τη φιλία είναι ότι δεν μπορώ να προστατεύσω στον φίλο μου από τη φωτιά. Δεν μένουμε κοντά, αν ήταν στην αυλή του σπιτιού μου θα ήταν πολύ εύκολο να ελεγχθεί κάτι τέτοιο, στην εξοχή όμως πρέπει να βρεθεί κάποια άλλη λύση. Σαν, παράδειγμα, μία αυτοσχέδια μηχανή νερού που να λειτουργεί σαν πυροσβεστήρας όταν και αν πλησιάσει η φωτιά. Επειδή δεν έχω τέτοιες γνώσεις, θα ρωτήσω κάποιον έμπειρο σε αυτά τα θέματα για να με βοηθήσει έτσι ώστε να κοιμάμαι τα βράδια ήσυχος ότι ο Πάτροκλος και οι φίλοι του είναι ασφαλείς»

Όταν τελείωσε την έκθεση του ο Κωστάκης, ξάπλωσε στο γρασίδι κάτω από τον Πάτροκλο για να σκεφτεί .πως θα μπορούσαν τα δέντρα να σωθούν σε περίπτωση πυρκαγιάς. Σκεφτόταν και ξανασκεφτόταν αλλά δεν έβρισκε καμία ιδέα που να ήταν υλοποιήσιμη. Κάπως έτσι, άφησε στην άκρη τις σκέψεις του και επικεντρώθηκε ξανά στο γραπτό του κάνοντας μια δεύτερη ανάγνωση μην τυχόν και υπήρξαν λάθη.

Μπαίνοντας η οικογένεια στο σπίτι, μετά από μια πραγματικά εξαντλητική ημέρα, ο Κωστάκης χωρίς να καθυστερήσει καθόλου ανέβηκε γρήγορα τις σκάλες για να πάει στο δωμάτιο του να βρει το κουτί του θείου και τα υπόλοιπα σύμβολα φιλίας μεταξύ αυτού και του Πάτροκλου. Έπρεπε όλα να συγκεντρωθούν και με την πρώτη ευκαιρία να γίνουν και πράξη! Να μην μείνει αυτό το όνειρο χαραγμένο σε μια σχολική έκθεση αλλά να μεταμορφωθεί σε μια υπέροχη πραγματικότητα.

Νωρίς το βράδυ, μόλις οι γονείς έπεσαν για ύπνο ο Κωστάκης περπατώντας αθόρυβα, άνοιξε την πόρτα του σπιτιού και αγκαλιά με το «κουτί της φιλίας» έτρεξε έξω στο δρόμο για να πάει να ολοκληρώσει την ιδέα του. Στο ένα χέρι του το κουτί και στο άλλο κάποια μπουκάλια νερό, ένα σχοινί και ένα μαχαίρι. Βγαίνοντας έξω από το χωριό μία φοβία τον κατέκλυσε αλλά προσηλωμένος στον στόχο του, προσπέρασε ακόμη και το μαύρο πέπλο της νύχτας με την νεκρική σιγή. Δεν σκεφτόταν τίποτα, μέχρι να φτάσει στον τελικό του στόχο. Μετά από αρκετή ώρα περπάτημα έφτασε στο χωράφι που κάνουν πικ-νικ οι δικοί του και με έναν φακό βρήκε εύκολα το δικό του αγαπημένο δέντρο που τον περίμενε εκεί σιωπηλό. Αφήνοντας κάτω τα εργαλεία, έκατσε λίγο στον κορμό του να ξεκουραστεί λίγο.

Η ιδέα που περιπλανιόταν στο μυαλό του ήταν αυτή της ασφάλειας του μεγάλου και ψηλού πράσινου φίλου του. Η σκέψη του ήταν η εξής : αν μπορούσε να βάλει τα μπουκάλια με το νερό γύρω από το δέντρο σωστά, όταν πλησίαζε ο εχθρός που λέγεται «φωτιά», το νερό σίγουρα θα προστάτευε και θα μείωνε την σίγουρη ζημιά. Χωρίς να καθυστερήσει πολύ, σηκώθηκε, πήρε μία αποφασιστική και βαθιά ανάσα και ξεκίνησε να κάνει την ιδέα του πράξη. Χρειάστηκε πολύ ώρα μέσα στο σκοτάδι για να καταφέρει να τελειοποιήσει το «σύστημα ασφαλείας» για το φίλο του. Χρησιμοποιώντας με προσοχή το μεγάλο μαχαίρι που είχε μαζί του, έκοψε το σχοινί και στη συνέχεια έδεσε προσεκτικά όλα τα μπουκάλια έτσι ώστε να έχουν ίση απόσταση μεταξύ τους για να διευκολύνουν να έρθει εις πέρας αυτή η «αποστολή».

Μόλις λύθηκε το μεγαλύτερο πρόβλημα του Κωστάκη, τώρα έμενε να τοποθετηθεί το κουτί με το ημερολόγιο και τα λοιπά φυλαχτά φιλίας σε σωστό σημείο. Έπρεπε να σκάψει κάπου που να υπάρχει μόνο χώμα όχι ρίζες και επίσης να καταφέρει να βάλει το κουτί σωστά χωρίς να φαίνεται ότι κάτι κρύβεται εκεί. Να κινηθούν υποψίες κρυμμένου θησαυρού ήταν το πρώτο πράγμα που έπρεπε να είχε αποφευχθεί. Προσεκτικά, λοιπόν, ο μικρός μας ήρωας ξεκίνησε να σκάβει για να φτιάξει την νέα κρυψώνα του αγαπημένου του ημερολογίου. Μετά από αρκετή ώρα κατάφερε να το τελειοποιήσει και μόλις τελείωσε τίποτα δε θύμιζε ότι σ’ αυτό το σημείο έχει τοποθετηθεί κάτι.

Αποφασισμένος ξεκίνησε το «ταξίδι» της επιστροφής για να προλάβει να γυρίσει σπίτι του χωρίς να τον καταλάβουν οι γονείς του. Με τα χέρια άδεια πολύ εύκολη υπόθεση αυτή του γυρισμού αλλά όταν πλησίαζε σπίτι είδε με μεγάλη έκπληξη ένα φως αναμμένο. «Με πήραν χαμπάρι» σκέφτηκε αμέσως και χωρίς να το πολυσκεφτεί ξεκίνησε να βρει τρόπους να τρυπώσει από το μπαλκόνι για να μπει κατευθείαν στο υπνοδωμάτιο του χωρίς να διασχίσει την κουζίνα. Δύσκολη υπόθεση να περάσεις απαρατήρητος από το μεγαλύτερο ντέντεκτιβ : την μητέρα!!! Αλλά δεν υπήρχε δεύτερη λύση.

Η σκάλα που σύνδεε το ισόγειο με το μπαλκόνι του υπνοδωματίου του Κωστάκη έτριζε και αυτός ο χαρακτηριστικός θόρυβος μπορούσε να σηκώσει στο πόδι όλη την γειτονιά. Γι’ αυτό άλλωστε το είχαν αφήσει έτσι χωρίς να το επιδιορθώσουν. Για να μην τολμήσει ποτέ κανένας κλέφτης έστω να σκεφτεί να διαρρήξει το σπίτι. Τώρα όμως έπρεπε να ανέβει ο μικρός μας φίλος δίχως να ακουστεί. Ο τολμών νικά, είχε στο μυαλό του αυτήν την παροιμία όταν ξεκίνησε να ανεβαίνει αλλά δεν στάθηκε τυχερός. Μόλις το πρώτο βήμα έκανε την εμφάνιση του ένας τρομερός θόρυβος εισακούστηκε δυνατά και στιγμιαία ένα χέρι ακούμπησε τον Κωστάκη.

  • Ξύπνα Κωστάκη. Πρέπει να γυρίσουμε κάποια στιγμή στο σπίτι. Το πικ – νικ στην εξοχή δεν είναι για να μας πιάσει το βράδυ εδώ.
  • Τι έγινε; Έπεσα από την σκάλα; Που είμαι;
  • Σήκω γρήγορα και άσε τις πολλές ερωτήσεις; Ποια σκάλα; Δεν πιστεύω να ανέβηκες στις κλάρες του δέντρου!!!!

«Ουφ! Ευτυχώς ένα όνειρο ήταν, δεν με έπιασαν στα πράσα να γυρνάω έξω τη νύχτα» ανακουφίστηκε ο Κωστάκης μόλις κατάλαβε ότι όλη η πυρασφάλεια που είχε καταφέρει μες την νύχτα, στην ουσία ήταν απλά ένα όνειρο. Τον έπιασε ο ύπνος κάτω από τον Πάτροκλο χωρίς καν να το καταλάβει.

Η μεγάλη μέρα για τον διαγωνισμό της έκθεσης της εβδομάδος, έφτασε!!! Ο Κωστάκης περισσότερο ευδιάθετος από ποτέ είχε από νωρίς προετοιμαστεί για αυτήν την μεγάλη ημέρα. Είχε μέσα του την αίσθηση πως θα κέρδιζε αυτή τη φορά, είχε πλοκή και συναισθήματα η δική του έκθεση. Και το σημαντικότερο – ήταν βασισμένη σε αληθινή ιστορία. Δεν ήταν ψέματα, τα είχε ζήσει όσα είχε γράψει.

Όταν η δασκάλα έφτασε στο έργο του Κωστάκη, φάνηκε σαν να δάκρυσε και όλοι έμειναν παγωμένοι με αυτήν της την αντίδραση. Ήταν πολύ περίεργη η αντίδραση της για την σοβαρότητα και την αυστηρότητα που συνήθως έδειχνε. Την στιγμή της βράβευσης, η κορύφωση της αγωνίας του Κωστάκη έσπασε βίαια όταν ανακοινώθηκε το όνομά του ως ο νικητής της εβδομάδος. Τον διαπέρασαν συναισθήματα χαράς, δικαιοσύνης και υπερηφάνειας ταυτόχρονα. Και φυσικά ακολούθησε και η αιτιολογία της δασκάλας γι αυτήν της την συμπεριφορά.

«Θυμάμαι, τα δικά μου τρυφερά παιδικά χρόνια όπου η φύση ήταν πολύ διαφορετική. Ήταν συνδεδεμένη μαζί μας καθώς πηγαίναμε στην εξοχή πολύ συχνότερα απ’ ότι εσείς σήμερα. Αυτό μας έκανε πιο δεμένους μαζί της και όπως ο Κωστάκης έτσι και εγώ είχα αποκτήσει τους δικούς μου φίλους. Η μόνη διαφορά ήταν ότι ήσαν πολλοί περισσότεροι. Πουλιά, λουλούδια, ποτάμια και δέντρα όλα τους μαζί με μένα μια μεγάλη παρέα που συζητούσε, μεγάλωνε και ζούσε μαζί.

Η μεγάλη μου αγάπη όμως ήταν ένα μεγάλο ψηλό δέντρο στην κορυφή σχεδόν του λόφου το οποίο πάντα μου έδινε μεγάλες στιγμές απόλαυσής όταν ξεκουραζόμουν στη σκιά του μήπως και τελείωνα τα μαθήματά μου. Μάλιστα εκεί κοντά είχα κρύψει σε ένα κουτί κάποια γράμματα που είχα ανταλλάξει με την καλύτερη μου φίλη η οποία τότε είχε μετακομίσει σπίτι, οπότε αναγκαστικά είχε αλλάξει και σχολείο. Επειδή τα πράγματα ήσαν αυστηρά τότε και οι γονείς μου δεν ήθελαν να δέχονται γράμματα στο σπίτι, εγώ τα λάμβανα μέσω ενός θείου και τα φυλούσα στο κουτί που ήταν θαμμένο κάτω από το δέντρο. Κάπως έτσι κύλησαν πολλά χρόνια έως ότου ήρθε εκείνη η μαύρη ώρα. Το καλοκαίρι της φωτιάς και της κόλασης.

Δυστυχώς το αγαπημένο μου δέντρο δεν γλύτωσε από τη μανία της φωτιάς. Οι πύρινες φλόγες το κατάπιαν και το εξαφάνισαν σχεδόν ολοσχερώς αφήνοντας του μόνο μία ρίζα με ζωή που φαινόταν αδύνατον να ξανανθίσει μέσα στην ολική καταστροφή που είχε συμβεί. Εγώ καθημερινά πήγαινα να το ποτίσω και να το φροντίσω για να ξαναμεγαλώσει. Αν και εγώ είχα μεγαλώσει κατά πολύ, ποτέ δεν παραμέρισα αυτήν μου την «υποχρέωση». Καθημερινά έκανα το καθήκον μου μέχρι έως ότου αυτό το δέντρο, ο φίλος μου, αναστήθηκε. Πέταξε κλαριά, μεγάλωσε, ο κορμός του ξανάγινε με τα χρόνια όπως παλιά και μόλις σιγουρεύτηκα ότι θα ήταν καλά έπαψα να πηγαίνω. Δεν ήθελα να θυμάμαι συνεχώς τη φωτιά και την καταστροφή που βύθισε το νησί από το πράσινο στο μαύρο.

Αλλά η απορία μου διαβάζοντας αυτήν την έκθεση είναι μία : Κωστάκη, παιδί μου, δείξε μου το δέντρο σου. Θέλω να δω αν ο φίλος σου είναι ο ίδιος με τον δικό μου!!!!»

Χωρίς να καθυστερήσουν, βγήκαν όλοι μαζί έξω από την τάξη για να πάνε στην ύπαιθρο να βρουν τον πράσινό τους φίλο!!! Ήταν ο ίδιος. Το ίδιο δέντρο, ψηλό και με μεγάλο κορμό. Ο φίλος επί δεκαετίες που είχε μεγαλώσει ήδη δύο γενιές.

  • Τώρα μένει να βρω το κουτί μου.
  • Μα κυρία μετά από όλη αυτήν την ταλαιπωρία της φωτιάς θα υπάρχει ακόμα;
  • Θα σκάψουμε για να δούμε. Θυμάμαι ακριβώς το σημείο που το είχα θάψει.

Μετά από λίγη ώρα ξαφνικά κάτι φαίνεται να κάνει την εμφάνιση του. Ένα παλιό, όχι πολύ μεγάλο κουτί, με χαραγμένα δύο αρχικά «Δ.Ν.» – τα αρχικά των δύο φίλων. «Αυτό είναι, δεν μπορώ να το πιστέψω» αναφώνησε γεμάτη ενθουσιασμό η δασκάλα. «Είναι εδώ, επέζησε από αυτήν την καταστροφή, ακριβώς δίπλα από αυτό το θρυλικό δέντρο». Έσφιξε στην αγκαλιά της το κουτί με τα γράμματα και ξέσπασε σε λυγμούς. Εκείνη την στιγμή όλοι οι μαθητές έτρεξαν κοντά όπου δημιουργήθηκε μία μεγάλη παρέα κάτω από τον Πάτροκλο, όπου αυτός με τα κλαριά και τα φύλλα του φάνηκε σαν να τους αγκαλιάζει όλους μαζί.

«Από δω και πέρα κάθε χρόνο αυτήν την ημερομηνία θα την γιορτάζουμε ως μέρα φιλίας δικής μας προς την φύση και θα διδάσκουμε όλοι μαζί σε όποιον γνωρίζουμε την σημαντικότητα του ανθρώπου και της φύσης. Πως αυτοί οι δύο είναι φίλοι και όχι εχθροί. Δύο οντότητες που αλληλοσυμπληρώνονται και αγαπιούνται με αγάπη αληθινή». «Ναιαιαιαιαια» φώναξαν όλοι οι μαθητές με μία φωνή και δεν ξέχασαν ποτέ ούτε αυτήν την μέρα, ούτε την αγάπη τους προς την φύση. Δούλεψαν τόσο πολύ πάνω σ’ αυτό, ώστε τα μαστιχόδεντρα δεν ξανακαήκαν ποτέ ξανά. Δεν καταστράφηκαν ποτέ ξανά. Αντιθέτως, με απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης προστατεύονται πλέον ως προστατευόμενο είδος!!! Και όλα αυτά τα ξεκίνησε ένα και μοναδικό….. μαστιχόδεντρο, που αγάπησε και αγαπήθηκε από τους ανθρώπους!!!

Advertisements
Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: