Skip to content

ΜΑΡΜΑΡΑ ΤΟΥ ΠΑΡΘΕΝΩΝΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΚΛΟΠΗΣ Ή Η ΚΛΟΠΗ ΜΙΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ;

Δεκεμβρίου 22, 2011

Η βροχερή πόλη για άλλη μια φορά, βυθισμένη στην μουντάδα της, φόρεσε τα καλά της για να υποδεχτεί σε λίγες μέρες την νέα χρονιά το 1911, ακριβώς δηλαδή εκατό χρόνια από εκείνη την περίφημη επιστολή που καταδίκαζε την «κλοπή» των περιζήτητων μαρμάρων του Παρθενώνα. Μία επιστολή που είχε γίνει ο εφιάλτης του Τζάκσον, μιας και η ενασχόληση του κάθε μέρα στο Βρετανικό μουσείο, εφόσον δούλευε ως προσωπικό ασφαλείας, εδώ και μια πενταετία, τον είχε τρελάνει. Είχε γίνει ένας από τους καλύτερους συλλέκτες στην Βρετανία, που μάλιστα μεγάλωνε την συλλογή του απλά με ένα μισθό, όταν κάποιοι άλλοι διέθεταν ολόκληρες περιουσίες για το ίδιο χόμπυ. Χαμένος στην βιβλιοθήκη τον περισσότερο ελεύθερο χρόνο του, προσπαθούσε να λύσει το μυστήριο μιας ερώτησης που πλανιόταν για μήνες στο μυαλό του. «Η παγκόσμια κοινή γνώμη που στηρίζεται στην κλοπή των μαρμάρων, έχει όντως δίκιο;».

«Παππού, υπάρχει;» ρώτησε απελπισμένα ο Τζάκσον τον υπερήλικα που καθόταν δίπλα στο τζάκι και απολάμβανε το τσάι του και καθώς τα μάτια του είχαν καρφωθεί στην σελίδα της εφημερίδας που έλεγε τον καιρό. «Όλη τη βδομάδα θα βρέχει, που σημαίνει ότι οι βόλτες μας στο πάρκο θα μειωθούν. Τι έλεγες πριν;» αποκρίθηκε μετά από λίγο και συνέχισε «πάλι με αυτήν την επιστολή ασχολείσαι; Δεν βαρέθηκες να συγκεντρώνεις τόμους βιβλίων και χάρτες από την αρχαία Ελλάδα;». Γιατί να βαρεθεί εξάλλου αφού η ενασχόληση του ολοένα και αυξανόταν και του έδινε όλο και περισσότερες γνώσεις, ενώ οι περισσότεροι συνομήλικοι του δεν ασχολούνταν με τίποτα άλλο πέρα το τσάι και τις βόλτες. Μεγάλο πράγμα η διαφορετικότητα ενός ανθρώπου που τείνει προς το καλύτερο και γίνεται μία μικρή τρύπα στο μπαλόνι της παρακμής. Μία μικρή τρύπα η οποία σε οποιαδήποτε φάση μπορεί να αποβεί μοιραία! Αλλά και ο παππούς του, ήταν μόνιμα βυθισμένος στην ξύλινη πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι και δεν ασχολιόταν πλέον τόσο πολύ με την ιστορία, την οποία διάβαζε φανατικά όταν ήταν νέος. Αλλά είχε βαρεθεί και τις πολύωρες συζητήσεις, τον κούραζαν δήλωνε αλλά στην πραγματικότητα δεν ήθελε. Είχε κουραστεί ή βαρεθεί, το αποτέλεσμα ήταν ίδιο : δεν ασχολιόταν πλέον.

Παραμονή Χριστουγέννων και ο κόσμος έκανε μανιακά τα ψώνια της τελευταίας στιγμής. Τα μαγαζιά γεμάτα και στολισμένα φιλοξενούσαν τους καταναλωτές καθώς σε λίγες ώρες ετοιμαζόταν το ρεβεγιόν των Χριστουγέννων και σε όλη την πόλη είχε στηθεί ένα γλέντι χωρίς προηγούμενο. Για τον Τζάκσον δεν ήταν εύκολη εκείνη η μέρα καθώς η βάρδια του στο μουσείο είχε επιμηκυνθεί κατά δύο ώρες παραπάνω διότι η επισκεψιμότητα του μουσείου ήταν αρκετά αυξημένη. Αλλά δεν τον ένοιαζε και ιδιαίτερα, η οικογένεια θα συγκεντρωνόταν για φαγητό μετά τις οκτώ (ώρα Μπιγκ Μπεν) το βράδυ. Εξάλλου, σε δύο ώρες ακριβώς έκλεινε και το μουσείο και τα βάσανα του προσωρινά τελείωναν. Και ενώ έχει φτάσει στον δεύτερο όροφο για να κάνει επιτήρηση ακούει πίσω του γέλια από δυο μικρά παιδάκια : «αυτό το βιβλίο να πάρουμε, έχει περισσότερες φωτογραφίες» πάσχιζε το κορίτσι να πείσει τον αδερφό της. Ακούγοντας τις πρώτες λέξεις στα Ελληνικά ο Τζάκσον έκανε μεταβολή για να πειστεί ότι ο διάλογος που άκουσε ανάμεσα στα δύο παιδιά ήταν όντως Ελληνικά. Και όπως έκανε πάντα άλλωστε, πλησίασε ρώτησε που είναι οι γονείς τους, με σκοπό να πιάσει κουβέντα και να ρωτήσει τις απορίες του σχετικά με την χώρα που υπεραγαπούσε.

Ενδιαφέρουσα οικογένεια η οικογένεια Αλεξανδράκη!! Ο κύριος Οδυσσέας απόφοιτος του Πανεπιστημίου Αθηνών και η κυρία Άρτεμις καθηγήτρια Αγγλικών, τα παιδιά δε και τα δύο στην Πέμπτη Δημοτικού, καθότι δίδυμα. Πίνοντας καφέ στα κλεφτά, μαζί με την οικογένεια Αλεξανδράκη, ο Τζάκσον έχει αφεθεί στην μαγεία της συζήτησης και αμυδρά ακούει τον διευθυντή του Βρετανικού μουσείου που τον φωνάζει έξαλλος. «Δουλεύουμε κύριε Όπενμαιντ ή απλά χαζεύουμε με επισκέπτες;», στο άκουσμα της συγκεκριμένης ατάκας ο Τζάκσον έχει ήδη σηκωθεί, ζητήσει συγνώμη αλλά έχει ήδη πάρει (ως γνωστόν) το τηλέφωνο της παρέας για να προλάβει να τους δει για μία ακόμη ιστορική συζήτηση πριν τελειώσουν οι διακοπές τους. Αυτές οι κινήσεις του είχαν γίνει εδώ και πολύ καιρό δεύτερη φύση, δεν άφηνε κανέναν Έλληνα που ήξερε άπταιστα ιστορία να πάει πίσω στην πατρίδα του χωρίς να τον κεράσει έστω ένα τσάι! Το ραντεβού φυσικά ήταν για την επόμενη ημέρα των Χριστουγέννων εφόσον ανήμερα δεν μπορούσε να τους ζητήσει να βρεθούν. Ο ίδιος δεν είχε κανένα πρόβλημα, αλλά από σεβασμό στο πρόγραμμα των επισκεπτών του πρότεινε την επόμενη των Χριστουγέννων. «Έξι και τέταρτο στην πλατεία Τράφαλγκαρ, ακριβώς όμως διότι μην ξεχνάτε είμαι και Άγγλος στην ώρα μου», με τον κύριο και την κυρία Αλεξανδράκη να ξεκαρδίζονται στο άκουσμα της ατάκας.

«Ποτό δεν θα πιεις σήμερα Τζάκσον; Μόνο με φαγητό δεν κάνουμε ποτέ ρεβεγιόν», στην επιμονή της μητέρας του ποτέ δεν έλεγε όχι, άρπαξε το ποτήρι με το ουίσκι και κατευθύνθηκε προς το τζάκι αφήνοντας τους πολλούς ακόμα στο τραπέζι. Η θέση στο τζάκι εξάλλου, δεν ήταν μόνο η δική του αγαπημένη αλλά και του παππού, ο οποίος σπάνια είχε όρεξη για κουβέντα. Σήμερα όμως δεν είχε ούτε ο Τζάκσον όρεξη, γιατί η μέρα στην δουλειά ήταν δύσκολη και ο ίδιος δεν πρόλαβε να διαβάσει ούτε μισή σελίδα από τα βιβλία του και αυτό για εκείνον ήταν σοβαρό θέμα. Μία απρόσμενη έκπληξη όμως χάλασε τις σκέψεις του, καθώς χτύπησε το τηλέφωνο και στην άλλη άκρη της γραμμής βρισκόταν ο κύριος Οδυσσέας : «Σου εύχομαι καλά Χριστούγεννα και μεγαλύτερη γνώση», ακούγοντας αυτό το πρόσωπο του άστραψε. Δεν μίλησαν πολύ, απλά άλλαξαν λίγο το ραντεβού τους από έξι και τέταρτο σε εφτά ακριβώς, καθώς η οικογένεια θα παρευρισκόταν σε μία συζήτηση η οποία τελείωνε έξι και μισή. «Αχ αυτοί οι Έλληνες, μια ζωή αργοπορούν» μονολογούσε χαμογελώντας ο Τζάκσον καθώς γύριζε στην αγαπημένη του θέση, δίπλα στο τζάκι. Ο παππούς σηκώθηκε για λίγο από το λήθαργο του : «Πάλι γνώρισες πατριώτες μικρέ;». «Σε παρακαλώ παππού, ο κύριος Αλεξανδράκης είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις Ελλήνων που συνδυάζουν όλα αυτά που μου αρέσουν αλλά και που είναι πρόθυμοι να με ακούνε για ώρες». «Αλεξανδράκης;;;;» αναφώνησε έκπληκτος ο παππούς και σηκώθηκε ταυτόχρονα από την πολυθρόνα του….

Μισή ωρίτσα για να δείξουν οι δείκτες του Μπιγκ Μπεν εφτά ακριβώς και ο Τζάκσον ήδη περπατούσε προς την πλατεία, μέσα στο ψύχος καθώς μέσα σε δύο ημέρες η θερμοκρασία είχε κάνει κατακόρυφη πτώση, τόσο μεγάλη που έμοιαζε με την πορεία που διαγράφουν οι αλεξιπτωτιστές κάνοντας το χόμπυ τους. Ακριβώς επτά ο κύριος Οδυσσέας περίμενε στην μέση της πλατείας όπως ακριβώς είχαν κανονίσει αλλά ήταν μόνος του : «δύσκολες οι διακοπές με γυναίκα και παιδιά και ιδίως την βαρυχειμωνιά» του είπε όταν ο Τζάκσον ρώτησε για τους υπόλοιπους. Περπατώντας για λίγη ώρα, μέσα στην ομίχλη που άρχιζε να κάνει την εμφάνιση της σιγά – σιγά, κοντοστάθηκαν έξω από ένα μικρό καφέ «Εδώ είναι ότι πρέπει, γιατί για να βρούμε τις επόμενες καφετέριες θα πρέπει να προχωρήσουμε πολύ και δεν το συνιστώ με αυτό το κρύο». Ο κύριος Οδυσσέας συμφώνησε και ένα υπέροχο βράδυ γεμάτο ανατροπές μόλις ξεκινούσε.

«Δεν το πιστεύω, δεν είναι αλήθεια, μπορεί και να το ονειρεύτηκα» ήταν λίγες από τις λέξεις που βασάνιζαν το μυαλό του Τζάκσον από την ώρα που έφυγε από το καφέ με τον κύριο Οδυσσέα αλλά και τις επόμενες μέρες πριν την Πρωτοχρονιά! Μόλις φαίνεται ξεκίνησε να «ζωντανεύει» η μεγάλη του αγάπη για την επιστολή σχετικά με την κλοπή των μαρμάρων του Παρθενώνα και τώρα που έφτασε κοντά στην μεγάλη αλήθεια, ξαφνικά καταρρέει. Η επιστολή που «μιλάει» για την πώληση των μαρμάρων στην Αγγλία και όχι για την κλοπή τους από τον Λόρδο Έλγιν υπάρχει, είναι αλήθεια, μία αλήθεια που τόσο καιρό προσπαθούσε όχι μόνο να βρει ο Τζάκσον αλλά να πείσει και όλους ότι έτσι είναι. «Πρέπει να την βρω» σκέφτεται ξανά και ξανά «αλλά…. πώς να βρω το κλειδί του αρχείου του παππού!!!!!». Ναι, ο παππούς είναι ο άνθρωπος που κατέχει το «κλειδί» της ανατροπής της ιστορίας μιας και φαίνεται να είναι ο μόνος στον οποίο οδηγούν οι συγκυρίες που φέρεται να έχει την επιστολή στη συλλογή του. Αλλά και αν δεν είναι αυτός; Τζάμπα θα ρισκάρει ο Τζάκσον να κάνει «εισβολή» στην βιβλιοθήκη του παππού; Αλλά και αυτή η έκφραση του προσώπου του παππού όταν άκουσε το επώνυμο «Αλεξανδράκης»; Περίεργες συμπτώσεις αλλά ακόμη πιο περίεργα τα μυστικά που κρύβει η ιστορία, καθώς κάποιοι έχουν την ιδέα όσο πάει να την αλλάζουν για τα δικά τους οφέλη. Εκείνη την ώρα θυμήθηκε ο Τζάκσον τον «Κώδικα Ντα Βίντσι» και την υπόθεση του για το πώς ένα καλά κρυμμένο μυστικό αν βγει στην επιφάνεια φέρνει ανατρεπτικές αλλαγές παγκοσμίως. Αλλά το δαιμόνιο του συλλέκτη είναι μοναδικό…

Ίσως η καλύτερη ευκαιρία να είναι παραμονή Πρωτοχρονιάς όταν όλοι είναι συγκεντρωμένοι για να υποδεχθούν την νέα χρονιά αλλά θα είναι δύσκολο να μπει στο δωμάτιο του παππού, να πάρει το κλειδί, να ανοίξει τη σοφίτα και να την ψάξει. Είναι πάρα πολλά τα συλλεκτικά βιβλία του παππού! Ίσως η επιστολή να είναι καλά κρυμμένη στις σελίδες κάποιου βιβλίου, ίσως να είναι και κλειδωμένη στο σεντούκι με τα μυστικά (έτσι συνηθίζει να το λέει ο παππούς). Ναι, είναι η μόνη μέρα και ώρα που ο Τζάκσον μπορεί να ψάξει, αλλά είναι αυτό πρέπων; Σε κανέναν δεν θα άρεσε να του ψάξουν τα πράγματα του, έχοντας εισβάλλει κλέβοντας το κλειδί εκεί που τα φυλλάσει.

Υπέροχη μουσική παίζει το πικ – απ, ενώ η μυρωδιά από την κουζίνα έχει αγκαλιάσει όλο το σπίτι. Οι ετοιμασίες για την υποδοχή της νέας χρονιάς όσο πάει γίνονται όλο και περισσότερες και ο Τζάκσον αντί να ζήσει το πνεύμα των εορτών μετράει τις ώρες που θα μπορέσει να κάνει την μεγάλη ανακάλυψη (κατά την γνώμη του πάντα). Μόλις έφτασε η ώρα όλη η οικογένεια να καθίσει στο τραπέζι, ακριβώς μία ώρα πριν την αλλαγή του χρόνου, ο Τζάκσον τους είπε ότι πρέπει να πάει να επισκεφθεί ένα συνάδελφο του ο οποίο είχε ένα μικροατύχημα στη δουλειά. «Τίποτα σπουδαίο, σε μισή ωρίτσα θα είμαι πίσω» είπε και άνοιξε την πόρτα για να ξεχυθεί στον χιονιά που εκείνη την μέρα έκανε από νωρίς την εμφάνιση του. Βγαίνοντας έξω από το σπίτι, πήδηξε στο μπαλκόνι του δωματίου του, μπήκε μέσα από την πόρτα που είχε αφήσει ανοιχτή και ανηφόρισε προς το δωμάτιο του παππού. Ευτυχώς βρήκε εύκολα το κλειδί της σοφίτας που οδηγούσε στην μεγάλη σπάνια βιβλιοθήκη και στο σεντούκι με τα μυστικά! Ταραχή διαπέρασε το σώμα του όταν αντίκρισε την σπάνια συλλογή βιβλίων και αναρωτήθηκε «Και τώρα που μπορεί να βρίσκεται η επιστολή;». Χωρίς να χάσει χρόνο ξεκίνησε να ψάχνει από βιβλίο σε βιβλίο και από ράφι σε ράφι, ενώ τα λεπτά περνούσαν ταχύτατα και αυτός ακόμα να βρει το παραμικρό δείγμα επιστολής.

«Αυτήν εδώ την επιστολή ψάχνεις μικρέ μου;» στο άκουσμα αυτής της ερώτησης ο Τζάκσον πάγωσε. Γύρισε έντρομος το βλέμμα του και αντίκρισε τον παππού να κρατάει ένα παλιό κίτρινο φάκελο στα χέρια του και να τον κοιτάει στενοχωρημένος. Χωρίς δεύτερη σκέψη ο Τζάκσον κατέβασε το κεφάλι και σταμάτησε να ψάχνει. Σχεδόν ακίνητος, ίσα που ανέπνεε δεν ήξερε τι να πει και πώς να βγει από τη δύσκολη θέση. «Δεν χρειάζεται να μου πεις συγγνώμη» έσπασε τον πάγο ο παππούς «εφόσον φταίω εγώ γιατί με ρωτούσες για χρόνια και απέφευγα να σου απαντήσω ενώ ξέρω πόσο αγαπάς την ιστορία της Ελλάδας. Όταν όμως γνώρισες τον κύριο Αλεξανδράκη και με το ερευνητικό δαιμόνιο που σε διακατέχει δεν είχα καμία αμφιβολία για το ότι θα μάθαινες την αλήθεια. Τελικά είναι πολύ μικρός ο κόσμος, και η μοίρα μας είναι γραμμένη. Αυτή λοιπόν εδώ η επιστολή είναι γραμμένη από τον ίδιο τον Λόρδο Έλγιν, ο οποίος εξηγεί ακριβώς ότι δεν ήταν κλέφτης. Δεν ήταν αυτός που άξιζε να αμαυρωθεί, γιατί τα μάρμαρα που Παρθενώνα δεν εκλάπησαν ακριβώς αλλά….. του τα χάρισαν ο Σουλτάνος σε συνεργασία με την τότε Ελληνική ηγεσία». Ο Τζάκσον δεν πίστευε στα αυτιά του, δεν μπορούσε ακόμη να καταλάβει τι τρομερή ιστορική ανακάλυψη ξετυλιγόταν μπροστά του αλλά κατάφερε με δυσκολία να ψελλίσει : «Ξέρουν τόσοι λίγοι την αλήθεια, κανένας δεν τολμάει να την κοινοποιήσει, αυτό δεν είναι άδικο;». «Αγαπητό μου παιδί, μία μεγάλη ανατροπή για την ιστορία έχει τεράστια πολιτικά και οικονομικά κόστη. Επίσης, όταν σε μια κοινωνία που πρότυπα της είναι η νέα μόδα και πότε θα βγει να διασκεδάσει μέχρι και η αλήθεια όταν κοινοποιηθεί θα συγκαλυφθεί αμέσως, από αυτούς που την συγκάλυπταν όλα αυτά τα χρόνια. Άρα σκοπός μου, σκοπός σου και σκοπός του κύριου Αλεξανδράκη είναι να αφυπνίσουμε και να οδηγήσουμε στην αλήθεια όσους είναι πραγματικά έτοιμοι για ένα τέτοιο μεγάλο βήμα. Να έχουν γερή βάση και γερά θεμέλια στην γνώση, για να καταφέρει η γνώση να επιζήσει μέσα στους αιώνες. Και να δημοσιευτεί λοιπόν αύριο η επιστολή, όλοι θα την κατηγορήσουν για φιάσκο και εσύ θα βρεθείς στη φυλακή». Πόσο δίκιο είχε ο παππούς, πόσα χρόνια είχε περάσει πάνω από συλλεκτικά βιβλία και πόσες ώρες είχε συζητήσει με ανθρώπους του πνεύματος.

Η γυναίκα με το κόκκινο φόρεμα που ανέβαινε τις σκάλες ήταν ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα σε παππού και Τζάκσον, η μητέρα. «Πατέρα, τι κάνετε με τον μικρό στην σοφίτα τόση ώρα; Σε πέντε λεπτά αλλά ζει ο χρόνος. Εδώ θα την βγάλετε; Γρήγορα κατεβείτε κάτω να ανοίξουμε τα δώρα». «Απλά έδειχνα στον Τζάκσον το δώρο του για φέτος, του χαρίζω όλη  μου την συλλογή, νομίζω ότι είναι άξιος συνεχιστής της». Το πρόσωπο του Τζάκσον έλαμψε, δάκρυα κύλησαν στα μάτια του αλλά κρατήθηκε και δεν έπεσε στην αγκαλιά του παππού μπροστά στην μητέρα του. Κατέβηκαν γρήγορα όλοι μαζί τις σκάλες για να αλλάξουν στην τραπεζαρία τον χρόνο.

«Γιατί; Γιατί μου χαρίζεις τη συλλογή σου και την αποχωρίζεσαι; Αυτό δεν το ήθελα, απλά μόνο να με βοηθούσες στις απορίες μου» είπε με παράπονο ο Τζάκσον στον παππού. «Κατάλαβα ότι τώρα είναι η σωστή χρονική στιγμή, για ένα τόσο σημαντικό δώρο! Ευχή μου είναι μία : να διαδώσεις τη γνώση με σκοπό κάποτε σε κάποια χρονική στιγμή να φτιαχτεί ένα τεράστιο μουσείο, ανάλογο του δικού μας του Βρετανικού μουσείου, και μέσα να βρεθούν όλα τα μάρμαρα του Παρθενώνα τα οποία με όποια μέθοδο και να αφαιρέθηκαν πρέπει  και μέρα να βρεθούν στο σπίτι τους! Αυτό το μουσείο πρέπει να φτιαχτεί στην μητέρα – χώρα  των μαρμάρων, την Ελλάδα. Μου το υπόσχεσαι αυτό Τζάκσον;». «Αυτό ήταν πάντα το μοναδικό μου όνειρο. Να βρω την άκρη του νήματος σε ένα τέτοιο πρόβλημα, να καταφέρω να υμνήσω την πραγματική ιστορία και να επιστραφούν τα μάρμαρα πίσω στην χώρα τους την Ελλάδα. Μέχρι να φτιαχτεί όμως το μουσείο εγώ θα είμαι συνεπής στην εργασία μου στο Βρετανικό μουσείο και κάθε μέρα που τα επιτηρώ, αυτό θα το εύχομαι! Μέχρι να γίνει πραγματικότητα»

Ο κύριος Οδυσσέας πήρε τηλέφωνο χαμογελαστός για να τους ευχηθεί καλή χρόνια, καθώς ήταν σίγουρος για το αποτέλεσμα. Τους κάλεσε επίσης στην Ελλάδα, για μία επίσκεψη στον Παρθενώνα, στην πηγή του πολιτισμού. Φυσικά, δέχτηκαν για να σφραγιστεί αυτή η τυχαία συνάντηση. Ήταν όμως όντως τυχαία;

Το παραπάνω διήγημα βραβεύθηκε με έπαινο στον 3ο Διεθνή Λογοτεχνικό διαγωνισμό «Νόστος» που πραγματοποιήθηκε στην Αργεντινή

 

2 σχόλια
  1. ΥΠΈΡΟΧΟ!!! ΣΥΓΧΑΡΗΤΉΡΙΑ!!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: